|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο strong παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: strongest | means
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | strong adj | (powerful) | δυνατός επίθ | | | Arnold is a strong man. | | | Ο Αντρέας είναι δυνατός άντρας. | | strong adj | (solid) | γερός, στέρεος επίθ | | | The table has a strong construction. | | | Αυτό το τραπέζι έχει πολύ γερή (or: στέρεα) κατασκευή. | | strong adj | (of the senses: intensity) | δυνατός, έντονος επίθ | | | That food has a strong odour. | | | Αυτό το φαγητό έχει πολύ δυνατή (or: έντονη) μυρωδιά. | | strong adj | (healthy) | δυνατός, ισχυρός επίθ | | | I have a strong immune system. | | | Έχω ισχυρό ανοσοποιητικό σύστημα. | | strong adj | (mentally powerful) (μεταφορικά) | υψηλός επίθ | | | Lily possesses a strong intellect. | | | Η Λίλη διαθέτει υψηλή νοημοσύνη. | | strong adj | (persuasive) | πειστικός επίθ | | | (μεταφορικά) | ισχυρός, στέρεος επίθ | | | You have a strong argument. | | | Έχεις ένα ισχυρό (or: πειστικό) επιχείρημα. | | strong adj | (convincing) (μεταφορικά) | δυνατός επίθ | | | The actor gave a strong performance. | | | Η ερμηνεία του ηθοποιού ήταν δυνατή. | | strong adj | (resolute) (μεταφορικά) | ισχυρός, δυνατός επίθ | | | Kim has a strong will. | | | Η Κιμ έχει ισχυρή θέληση. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | strong adj | (grammar: verbs) (μεταφορικά) | ισχυρός επίθ | | | Swim is a strong verb. | | strong adj | (grammar: nouns) | προσδιορισμός που περιγράφει γραμματικές ιδιότητες ουσιαστικών | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος καθώς δεν απαντάται η έννοια αυτή στην ελληνική γραμματική. | | | In German, strong nouns do not end in -n. | | strong adj | (competent) | ικανός επίθ | | | (μεταφορικά) | δυνατός επίθ | | | Lance is a strong defender. | | strong adj | (accent) | έντονος επίθ | | | | βαρύς επίθ | | | The taxi driver has a strong accent. | | strong adj | (language) | άσεμνος επίθ | | | | υβριστικός επίθ | | | (ακραία υβριστικός) | χυδαίος επίθ | | | (επίπληξη) | επιτιμητικός επίθ | | | This movie contains strong language. | | strong adj | (resemblance) | μεγάλος, έντονος επίθ | | | Sarah bears a strong resemblance to her cousin. | | strong adj | (containing much alcohol) (μεταφορικά) | δυνατός, βαρύς επίθ | | | This is a strong cocktail. | | strong adj | (markets: steady) (αγορά) | σταθερός επίθ | | | | χωρίς διακυμάνσεις περίφρ | | | The markets had a strong week. | | strong adj | (optics: great magnification) | δυνατός επίθ | | | You have strong glasses. | strong, -strong adj | (in number) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.) | - | | | The crowd was 1000-strong. | | | There was a 100-strong turnout of volunteers for the beach cleanup. | | | Το πλήθος αποτελείτο από 1000 άτομα. // Εμφανίστηκαν 100 εθελοντές για τον καθαρισμό της παραλίας. | | the strong npl | (fittest beings) | οι δυνατοί άρθ ορ + ουσ αρσ πλ | | | | οι ισχυροί άρθ ορ + ουσ αρσ πλ | | | (όχι μόνο σωματικά) | οι ικανοί άρθ ορ + ουσ αρσ πλ | | | Only the strong survive. |
| Phrasal verbs | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | come on strong vi phrasal + adv | (be forceful) | επιμένω ρ αμ | | | (μεταφορικά) | μπαίνω δυναμικά ρ αμ + επίρ | | | I don't like it when salespeople come on strong. |
|
|